newego_LARGE_t_1101_54053869 
Όταν ήμασταν παιδιά πολύ συχνά κολλούσαμε ψείρες. Ειδικά όταν πηγαίναμε στο χωριό, όπου το αγαπημένο μας μέρος για εξερεύνηση ήταν το κοτέτσι.
Μόλις η γιαγιά μας, η στρογγυλοπρόσωπη (υπήρχε και η άλλη, η σκληροτράχηλη Αρβανίτισσα), καταλάβαινε ότι το κεφάλι μας είχε γίνει ενδιαίτημα παρασίτων αναλάμβανε δράση.
Μας έπαιρνε μπροστά στο τζάκι ή έξω στην αυλή και έχοντας μόνο ένα μπουκάλι ξύδι και ένα χτένι προχωρούσε στην εξολόθρευση.
Το χειμώνα πετούσε τις ψείρες στη φωτιά κι εκείνες έσκαγαν, σαν μικροσκοπικά αρθρόποδα μπαλόνια. Το καλοκαίρι τις έσπαγε με τα νύχια της, βγάζοντας επιφωνήματα ηδονής ή λέγοντας ‘τους παράδοξα πράγματα, όπως: «Να, μωρή, που θα πιεις το αίμα του παιδιού μου!»
Η μυρωδιά του ξυδιού ανασύρει πάντα εκείνες τις αναμνήσεις ξεψειρίσματος, σαν μια χωριάτικη εκδοχή της μαντλέν του Προυστ.



Σε ένα από τα μπλογκ τύπου «δεν-είμαστε-χρυσαυγίτες-αλλά», βρήκα κάποιον σχολιαστή να psiraπαρομοιάζει τους μετανάστες με ψείρες, τις οποίες πρέπει να εξοντώσουμε γιατί μας πίνουν το αίμα.